Ο συγγραφέας που αναζητεί τη διαδικασία επινόησης μια ιδιωτικής γλώσσας, ανάμεσα στα ελληνικά και τα αγγλικά.

Γιάννης Σκαραγκάς

Γραφή μεγάλων αποστάσεων

Κείμενο: Γιάννης Κοτσιφός
Φωτογραφίες: Αρχείο Γ. Σκαραγκά

Αεικίνητος (περνώντας διαρκώς σύνορα στον χάρτη, στα είδη της γραφής, στις γλώσσες), αθόρυβος (πόσοι Έλληνες λογοτέχνες της γενιάς του γράφουν συστηματικά στ’ αγγλικά και δημοσιεύουν σε περιοδικά όπως το World Literature Today και το Tower Journal;), μέσα σε δύο δεκαετίες ο Γιάννης Σκαραγκάς έχει κατορθώσει να οικοδομήσει δύο συγγραφικές σταδιοδρομίες, μία στην Ελλάδα και μία στις ΗΠΑ ως αγγλόφωνος δημιουργός χωρίς ατζέντη.

Από τη γενέτειρα Κομοτηνή στη Θεσσαλονίκη για σπουδές (και Νομική και Θέατρο), ύστερα στην Αθήνα, σενάρια για τη Λουκία Ρικάκη, μυθιστορηματικό ντεμπούτο με ένα επιχειρηματικό θρίλερ (Επιφάνεια, 2002) που γίνεται σειρά στα χρυσά χρόνια της ιδιωτικής TV, κι άλλα σενάρια, και θεατρικά έργα, ένα ακόμη μυθιστόρημα (Η πατρίδα της αφής, 2004) προδιαγραφές που θα μπορούσαν να εξαργυρωθούν με αναρρίχηση σ’ ένα ακριβοπληρωμένο (τότε) εγχώριο σταρ σίστεμ, αλλά το βλέμμα του Σκαραγκά είναι στραμμένο μακριά από τον ψευδεπίγραφο λαϊφστάιλ κοσμοπολιτισμό της περιόδου:

«Στα τέλη του ’90, οπότε ξεκινούσα εγώ συγγραφικά, στο ελληνικό μυθιστόρημα κυριαρχούσε ένας κοσμοπολιτισμός, που δεν παρουσίαζε ενδιαφέρον για τους εκδότες στο εξωτερικό. Ένα κατατοπιστικό παράδειγμα ήταν η άνοδος και η πτώση στην μετάφραση των ελληνικών τίτλων στη Γαλλία. Η δική μου αγγλόφωνη διηγηματογραφική πορεία βασίστηκε στο εντελώς αντίθετο: οι ήρωες, για παράδειγμα, των ιστοριών μου στο αμερικανικό World Literature Today, ένα από τα πιο έγκριτα λογοτεχνικά έντυπα διεθνώς, δεν διαθέτουν καμία κοσμοπολίτικη γοητεία. Διατηρούν την ελληνική τους ταυτότητα, είτε μέσα από μια κλονισμένη αίσθηση καταγωγής είτε ως προβληματική διάθεση επιστροφής».

Ο Σκαραγκάς έκτοτε αρχίζει να διανύει μεγάλες αποστάσεις και να γεφυρώνει τα άκρα λογοτεχνικών ειδών, τεχνικών και γλωσσών. Αφήνοντας ένα ακόμη ελληνικό μυθιστόρημα πίσω του (Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου, 2007), υπότροφος πλέον του Ιδρύματος Fullbright, ανοίγει τους λογαριασμούς του με τις ΗΠΑ: «Στο αμερικανικό κοινό συστήθηκα για πρώτη φορά μέσα από το θεατρικό μου έργο, Prime Numbers, το 2009, στη Νέα Υόρκη. Ήταν η χρονιά που άρχισαν να με ανακαλύπτουν και τα λογοτεχνικά περιοδικά εκεί».

Ανάμεσα  σε ελληνικά και αγγλικά, αναζητεί τη διαδικασία επινόησης μιας ιδιωτικής γλώσσας, που είναι το αντίθετο της μετάφρασης: «Δεν μεταφέρεις νοήματα. Εμβαθύνεις στο ασυμβίβαστο των κοινών νοημάτων. Πριν από δεκαπέντε χρόνια ο David Plante μου είπε: Εντυπωσιακά τα αγγλικά σου, τώρα ας τα ξεχάσουμε τελείως μέχρι να ανακαλύψουμε το προσωπικό σου ύφος».

Δίχως ποτέ να εγκαταλείψει την ελληνική παραγωγή (το 2015 κυκλοφορούν το μυθιστόρημά του Ο ουρανός που ονειρεύτηκες και τρία θεατρικά έργα του, κάποια από τα οποία κάποια παίζονται σε αθηναϊκές σκηνές), επεκτείνει με συνέπεια τη διεθνή του δουλειά: «Σταδιοδρομία εκτός συνόρων σημαίνει διεθνής προπόνηση. Σημαίνει ατελείωτες επιτροπές αξιολόγησης, ιδρυμάτων, διοργανώσεων και ατζέντηδων, ομάδες συντακτών και επιμελητών, και κυρίως έναν κύκλο εμφανίσεων, ομιλιών και παρουσιάσεων, όπου κανένας δεν ενδιαφέρεται για τις απόψεις και τις δημόσιες σχέσεις σου, αλλά για την τελευταία σου δουλειά και τις κριτικές».

Τα τελευταία χρόνια ζει στην Ελβετία, διασυνδέοντας, μεταξύ άλλων,  εικαστικές τέχνες με τη γραφή. Οι πιο σημαντικές συνεργασίες του εκεί είναι με τα ιδρύματα Sulzberg και Landis & Gyr, με το φεστιβάλ Salonpalaver, τη γκαλερί Shed im Eisenwerk και τον εκδοτικό οίκο Seismo Verlag. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το ιστορικό μυθιστόρημα Η λαχτάρα που περίσσεψε από χθες από τις εκδόσεις Κριτική, και ανέβηκε στο θέατρο το έργο το Η κυρά της Ρω με την Φωτεινή Μπαξεβάνη σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Μπερδέκα. Εκτός Ελλάδας ετοιμάζει μια σειρά από διηγήματα που σχετίζονται με τον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης διεθνώς την τελευταία δεκαετία.

Φωτογραφίες